Sidebar

15
Σαβ, Δεκ

Εγκυμοσύνη - Θηλασμός
Typography

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει χαρακτηρίσει την παχυσαρκία ως «επιδημία», που μαστίζει τον Δυτικό κόσμο, καθώς θεωρείται δεύτερη αιτία θανάτου μετά το κάπνισμα που μπορεί ωστόσο να αντιμετωπισθεί.

 

 

Από τις αρχές του αιώνα, επιδημιολογικές μελέτες και μετά-αναλύσεις δείχνουν ότι ο θηλασμός και δε το μητρικό γάλα παρέχει -εκτός από τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά που χρειάζεται το βρέφος για την υγιή και ομαλή ανάπτυξη κατά τους πρώτους μήνες της ζωής του- και προστατευτική δράση ενάντια στον κίνδυνο της παιδικής παχυσαρκίας.

Τα οφέλη του θηλασμού που σχετίζονται με την πρόληψη της παχυσαρκίας αποδίδονται στις εξής επιδράσεις:

  • Στον ρυθμό αύξησης των νεογνών και των βρεφών

Ο θηλασμός συμβάλει στην διατήρηση ενός χαμηλού ρυθμού αύξησης του βάρους.

Ο ρυθμός αύξησης του βάρους κατά την πρώτη εβδομάδα ή και κατά τους πρώτους 24 μήνες της ζωής είναι ο καλύτερος προγνωστικός δείκτης για υψηλό δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) στην ηλικία εισόδου στο σχολείο.

Ένα παιδί με υψηλό δείκτη μάζας σώματος έχει αυξημένες πιθανότητες να γίνει υπέρβαρος ή παχύσαρκος ενήλικας και η πιθανότητα αυξάνεται με την ηλικία.

Σύμφωνα με τις πρότυπες καμπύλες ανάπτυξης του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) οι οποίες χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση της ανάπτυξης των βρεφών, η διαφορά στο μέσο βάρος μεταξύ θηλαζόντων και μη στους 12 μήνες είναι 600-650 γρ, ενώ δεν παρατηρούνται διαφορές στην αύξηση του ύψους.

Έτσι, στα παιδιά που θηλάζουν καταγράφεται μικρότερη ταχύτητα αύξησης βάρους και δείκτη βάρους/ύψους μεταξύ 6-12 μηνών, και συνεπώς είναι λιγότερο πιθανό να είναι υπέρβαρα συγκριτικά με συνομήλικά τους που σιτίστηκαν με τεχνητό γάλα

  • Στο μεταβολικό προφίλ

Η πρόσληψη μητρικού γάλακτος το οποίο είναι χαμηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη, σε σχέση με τα συμβατικά γάλατα 1ης βρεφικής ηλικίας, συμβάλει στη διατήρηση χαμηλών επίπεδων των αμινοξέων στο αίμα. Το γεγονός αυτό εμποδίζει την έκκριση ινσουλίνης από το πάγκρεας και κατά συνέπεια την αύξηση του λιπώδους ιστού, μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο της παχυσαρκίας.

Η χαμηλή περιεκτικότητα του μητρικού γάλακτος σε υδατάνθρακες, σύμφωνα με μελέτες σε πειραματόζωα, φαίνετε ότι αποτρέπει την εγκατάσταση της χρόνιας υπερινσουλιναιμίας και των συνεπειών της.

Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι στην συνέχιση των μελετών, τα θηλυκά πειραματόζωα που τράφηκαν με τροφή εμπλουτισμένη σε υδατάνθρακες, μετέδωσαν την παχυσαρκία στους απογόνους τους ξεκινώντας έτσι έναν φαύλο κύκλο.

  • Στη λεπτίνη του μητρικού γάλακτος

Η λεπτίνη είναι μία πρωτεΐνη που παράγεται στο λιπώδη ιστό και επηρεάζει τη πρόσληψη τροφής και τη δαπάνη ενέργειας. Το μητρικό γάλα περιέχει αυτή τη πρωτεΐνη σε επίπεδα ανάλογα με τη λεπτίνη στον ορό της μητέρας. Πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι τα χαμηλά επίπεδα λεπτίνης στο μητρικό γάλα μη παχύσαρκων γυναικών σχετίζονται αρνητικά με το βάρος και την ταχύτητα αύξησης των θηλαζόντων βρεφών τους στους 6,12 και 24 μήνες ζωής. Με βάση τα ευρήματα αυτά μέρος της προστασίας που παρέχει ο θηλασμός απέναντι στην παχυσαρκία είναι δυνατόν να αποδοθεί στην λεπτίνη του μητρικού γάλακτος.

  • Στη χλωρίδα του εντέρου

Μελέτες σε βρέφη διαπιστώνουν ότι σημαντικές διαφορές στη σύσταση της χλωρίδας του εντέρου προηγούνται της πρόσληψης υπερβάλλοντος βάρους.

Στην εντερική χλωρίδα των μη υπέρβαρων επικρατούν τα μικρόβια της οικογένειας του δισχιδούς βακτηριδίου (Bifidobacter). Το μητρικό γάλα σύμφωνα με μελέτες περιέχει προβιοτικά (Bifidobacter) καθώς και πρεβιοτικά. Με τη συγκεκριμένη σύσταση ο θηλασμός προάγει συγκεκριμένα πρότυπα αποικισμού του εντέρου στα οποία επικρατούν τα μικρόβια της οικογένειας του δισχιδούς βακτηριδίου (Bifidobacter) και με τον τρόπο αυτό συμβάλλει στην προστασία από την παχυσαρκία.

  • Στη σιτιστική συμπεριφορά του παιδιού

Τα βρέφη που θηλάζουν σιτίζονται με βάση το αίσθημα της πείνας και του κορεσμού και όχι με βάση ωράρια και δεδομένο όγκο στο μπιμπερό. Η πείνα και ο κορεσμός είναι δύο ερεθίσματα τα οποία ρυθμίζονται με βάση τα επίπεδα μιας ορμόνης που ονομάζεται γκρελίνη.  Συνεπώς, ο θηλασμός δημιουργεί υγιείς βάσεις σιτιστικής συμπεριφοράς και περιορίζει τον κίνδυνο παχυσαρκίας αφού από πρώιμη ακόμη ηλικία τα θηλάζοντα βρέφη φαίνετε να έχουν καλύτερο έλεγχο στο μέγεθος των γευμάτων τους και τα μεσοδιαστήματα τους, που καταλήγει τελικά σε χαμηλότερο όγκο γευμάτων κατά 20-30% σε σύγκριση με τα μη θηλάζοντα.

Τα πρότυπα σίτισης, όπως διαπιστώθηκε από επιδημιολογικές μελέτες, είναι δυνατόν να έχουν προγνωστική αξία για το ΔΜΣ και τη σύσταση σώματος σε νηπιακή ηλικία.

Είναι επίσης πολύ πιθανόν αυτή η αυτορύθμιση να καθορίζει τη σιτιστική συμπεριφορά των ατόμων και στην ενήλικο ζωή.

  • Στις διατροφικές επιλογές

Χάρη στο δυναμικό χαρακτήρα της γαλουχίας, το μητρικό γάλα έχει μεγάλες καθημερινές διακυμάνσεις στη σύσταση, στη γεύση και την οσμή ανάλογα με τη διατροφή της μητέρας αλλά και με άλλους μεταβολικούς παράγοντες, γεγονός το οποίο ωφέλει στην εξοικείωση του βρέφους με διαφορετικές γεύσεις.

Αφού οι πρώιμες γευστικές εμπειρίες φαίνετε, σύμφωνα με μελέτες, να ευνοούν την κατανάλωση τροφών με παρόμοια γεύση, τότε τα θηλάζοντα βρέφη έχουν καλύτερες ευκαιρίες να υιοθετήσουν υγιεινές επιλογές που περιλαμβάνουν ποικιλία τροφίμων.

Οι περισσότεροι σήμερα γνωρίζουμε πως η καλύτερη θεραπεία μιας νόσου είναι η πρόληψη της και αν αυτό είναι εφικτό από τα πρώτα στάδια της ζωής ενός ανθρώπου τότε θα ήταν και το ιδανικό για μία όσο το δυνατόν πιο υγιή ζωή.