Sidebar

22
Δευ, Οκτ

Ορολογία διατροφής
Typography

 Τα τελευταία χρόνια δίνετε ιδιαίτερη έμφαση στην κατανομή του λίπους στο ανθρώπινο σώμα.

Τον τρόπο, δηλαδή, με τον οποίο το αποθηκευτικό λίπος είναι κατανεμημένο στα μέρη του σώματος (κορμός, άκρα-περιφέρεια).

Η μεγαλύτερη συσσώρευση λίπους στον κορμό σε σχέση με τα άκρα έχει αποδειχθεί ότι επιβαρύνει τον οργανισμό και συνδέεται με καρδιαγγειακές παθήσεις, σε σημείο που πολλές φορές να παίζει μεγαλύτερο ρόλο η κατανομή του λίπους παρά το συνολικό ποσοστό λίπους. Συνεπώς το ποσοστό λίπους που υπάρχει αποθηκευμένο στο σώμα μας δεν είναι απαραίτητα δείκτης καλής ή κακής υγείας. Για να ξέρουμε πόσο υγιείς είμαστε πρέπει να γνωρίζουμε και πώς το λίπος είναι κατανεμημένο στο σώμα μας.

Για τον προσδιορισμό της κατανομής αυτής χρησιμοποιούνται 2 δείκτες, η περίμετρος της μέσης και η αναλογία μέσης/ισχίου (WaisttoHipRatio-WHR). Η λήψη και των δύο δεικτών είναι απλή, ανώδυνη και γίνετε με τη βοήθεια μιας μεζούρας.

Η περίμετρος της μέσης προκύπτει μετά από τη μέτρηση του στενότερου σημείου της. Οι ενήλικες άντρες πρέπει να έχουν περίμετρο μέσης λιγότερη από 94 cm και οι ενήλικες γυναίκες πρέπει να έχουν περίμετρο μέσης λιγότερη από 80 cm. Μεταβολές στη περίμετρο μέσης αντανακλούν μεταβολές στους παράγοντες κίνδυνου για καρδιαγγειακές παθήσεις και άλλες χρόνιες νόσους.

Η αναλογία μέσης/ισχίου (WHR) είναι μία μέτρηση-εργαλείο η οποία εφαρμόζεται για να διαχωριστεί ο ενδοκοιλιακός από τον γλουτομηριαίο τύπο παχυσαρκίας καθώς επίσης και να ληφθούν πληροφορίες για την κατάσταση της υγείας του ατόμου. Τα σημεία που μετρώνται είναι το στενότερο σημείο της μέσης και η μεγίστη περιφέρεια των γλουτών. Μια μεγάλη τιμή WHR δείχνει μεγαλύτερη κατανομή στο κεντρικό μέρος του σώματος -ενδοκοιλιακός τύπος ( «μήλο») και μία μικρή τιμή δείχνει μεγαλύτερη κατανομή στη περιφέρεια –γλουτομηριαίος τύπος ( «αχλάδι»). Τιμές μεγαλύτερες του 0,90 για το ανδρικό φύλο και 0,80 για το γυναικείο φύλο υποδηλώνουν κίνδυνο για την υγεία.

Ο πρώτος τύπος – μήλο, συχνά υποδηλώνει κίνδυνο για υπέρινσουλιναιμία, ινσουλινοαντοχή, δυσλιπιδαιμία (ελάττωση HDL και αύξηση τριγλυκεριδίων) και δημιουργεί 10 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο για σακχαρώδη διαβήτη απ’ ότι στον γλουτομηριαίο τύπο ( «αχλάδι»).

Ο δεύτερος πάλι – αχλάδι, δημιουργεί στις γυναίκες προδιάθεση για κακοήθες νεοπλάσματα των γεννητικών οργάνων λόγω της παραγωγής εξωοθηκών οιστρογόνων στο λίπος και αυτή η κατανομή υπάρχει συνήθως στην εμμηνόπαυση.

Η κατανομή του λίπους στο ανθρώπινο σώμα εξαρτάται από την ηλικία, το φύλο, τη φυλή, το επίπεδο ωρίμανσης του/της εφήβου και την κληρονομικότητα σε ποσοστό 25-40%. Καθώς η κατανομή του λίπους καθορίζεται κατά ένα μεγάλο μέρος κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης και ωρίμανσης του ατόμου, γίνεται αντιληπτό πως  ο δείκτης WHR δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε παιδία προεφηβικής ηλικίας, άλλωστε μέχρι και την ηλικία των 15 ετών και τα δύο φύλα έχουν παρόμοια κατανομή, ομοιόμορφη και σφαιρική.

Μετά από αυτή την ηλικία παρατηρείται ότι οι άνδρες έχουν μεγαλύτερη συγκέντρωση λίπους στον κορμό (ανδροειδούς τύπου παχυσαρκία) και γι’ αυτό τον λόγο έχουν και μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων, αντίθετα οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερη συγκέντρωση λίπους στη περιφέρεια  (γυναικοειδούς τύπου παχυσαρκία). Ωστόσο δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου ένας άντρας να έχει την κατανομή τύπου «αχλάδι» - γυναικοειδή παχυσαρκία, και μία γυναίκα την κατανομή τύπου «μήλο»-ανδροειδή παχυσαρκία.

Ο σωματότυπος μας είναι κάτι που κληρονομείται  και υφίσταται από την αρχή της ζωής μας, ωστόσο μπορούμε  με τη κατάλληλη διατροφή και άσκηση να κρατήσουμε το βάρος μας σε ένα υγιές επίπεδο έτσι ώστε ο κίνδυνος να μειωθεί στο ελάχιστο.

Οι διαιτολόγοι-διατροφολόγοι έχουν στη διάθεσή τους και άλλους δείκτες που βοηθούν στην ταξινόμηση των ατόμων σε λιποβαρείς, υπέρβαρους ή παχύσαρκους, και δίνουν πληροφορίες για την κατάσταση της υγείας τους (Δείκτης Μάζας Σώματος-ΔΜΣ, ποσοστό λιπώδους ιστού). Με τον κατάλληλο συνδυασμό αυτών των δεικτών ο διαιτολόγος-διατροφολόγος μπορεί να ερμηνεύσει τα σωματομετρικά χαρακτηριστικά του ατόμου, στη συνέχεια να εκτιμήσει με περισσότερη ακρίβεια την κατάσταση της υγείας του και να προτείνει τις κατάλληλες τροποποιήσεις στη διατροφή και τον τρόπο ζωής του.