Sidebar

19
Τετ, Δεκ

Διατροφή & Παθολογικές Καταστάσεις
Typography

Γενικά η αύξηση των φυτικών ινών, της φυσικής δραστηριότητας και της κατανάλωσης νερού συστήνεται ως η πρώτη γραμμή άμυνας και αντιμετώπισης της δυσκοιλιότητας, αν και η αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητά τους μέσω των ερευνών, είναι περιορισμένη.

 

Σύμφωνα με τα κριτήρια της Ρώμης, η δυσκοιλιότητα μπορεί να χωριστεί σε εκείνη που χαρακτηρίζει τους ασθενείς με φυσιολογικό χρόνο κένωσης του εντέρου, με καθυστερημένο χρόνο κένωσης, καθώς και σε ανωμαλίες ή δυσμορφίες αυτού. Οι παραπάνω συστάσεις πρώτης γραμμής άμυνας που αναφέραμε, συνήθως συνίστανται σε ασθενείς που δεν εμφανίζουν δευτεροπαθή αίτια για την εμφάνιση της νόσου. Πολλές φορές μόνο μικρό ποσοστό των ασθενών παρουσιάζει βελτίωση από τις αλλαγές αυτές, καθώς οι κλινικές έρευνες που να υποστηρίζουν την επαρκή αποτελεσματικότητα τους είναι περιορισμένες, ειδικά σε ασθενείς με χρόνια δυσκοιλιότητα.

Η σύσταση για αύξηση των φυτικών ινών είναι πρωτίστης σημασίας. Με τον όρο διαιτητικές ίνες εννοούμε μια ποικιλία από συναφή και μερικώς πεπτούμενα συστατικά των τροφίμων, τα οποία κατά βάσει αποτελούνται από μη αμυλούχους πολυσακχαρίτες, και τα οποία καθυστερούν την γαστρική κένωση και την εντερική απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών στο λεπτό έντερο. Λόγω αυτής της καθυστέρησης που προκαλούν χρησιμοποιούνται για τον καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο στους διαβητικούς ασθενείς και παράλληλα χρησιμοποιούνται για την ανακούφιση από τα συμπτώματα της δυσκοιλιότητας.

Οι ίδιες οι φυτικές ίνες δεν επιδρούν στην διαχείριση της δυσκοιλιότητας, αλλά όταν αυτές ζυμωθούν από τη βακτηριακή χλωρίδα του εντέρου βοηθούν στον πολλαπλασιασμό της, προκαλώντας με τον τρόπο αυτό αύξηση του όγκου των κοπράνων. Ο διατροφικός έλεγχος της δυσκοιλιότητας έγκειται στο ότι αυξάνει τη συχνότητα των κενώσεων και την ποσότητα των κοπράνων. Οι φυτικές ίνες δεσμεύουν νερό, αλλά το χάνουν καθώς απορροφώνται και διασπώνται. Γι’ αυτό μόνο όσες ίνες δεν διασπώνται πλήρως αλλά μερικώς από τα βακτήρια μπορούν να συγκρατούν αυτήν την ιδιότητα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι φυτικές ίνες αυξάνουν τον όγκο των κοπράνων και την συχνότητα παραγωγής τους, μειώνοντας την στασιμότητα και τη διατήρηση τους στο έντερο, σε υγιείς ανθρώπους.

Η μελέτη των φυτικών ινών για την δυσκοιλιότητα έχει απασχολήσει πολύ την επιστημονική κοινότητα. Υπάρχει μια σύγχυση σχετικά με το ποιος τύπος φυτικών ινών είναι εκείνος που βοηθάει στην αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας και κατά συνέπεια πρέπει να συνίσταται. Οι διαλυτές φυτικές ίνες απορροφούν νερό, σχηματίζοντας μια ζελατίνη στο έντερο και επιπλέον ζυμώνονται από τα βακτήρια του εντέρου. Οι αδιάλυτες φυτικές ίνες προκαλούν αύξηση του όγκου των κοπράνων. Οι διαλυτές φυτικές ίνες έχει αποδειχθεί από πολλές μελέτες ότι αυξάνουν τη συχνότητα των κενώσεων, μειώνουν τις κενές μέρες μεταξύ αυτών, μειώνουν τον πόνο κατά την κένωση και βελτιώνουν συνολικά τα συμπτώματα της νόσου. Αντίθετα η επίδραση των αδιάλυτων φυτικών ινών είναι, βάσει των δεδομένων από τις μελέτες, υπό έρευνα και συζήτηση. Και αυτό διότι οι μελέτες που αφορούν τις αδιάλυτες φυτικές ίνες δίνουν αντικρουόμενα αποτελέσματα ως προς την ευεργετικότητα τους στην αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας,  καθιστώντας έτσι την ανάγκη για περισσότερες και καλύτερες ποιοτικά μελέτες, ώστε να υπάρξουν πιο αξιόπιστα αποτελέσματα.

Ωστόσο, μεγάλες ποσότητες αδιάλυτων φυτικών ινών, όπως αυτές που περιέχονται στα φρούτα και στα λαχανικά, μπορεί να οδηγήσουν σε περαιτέρω χειροτέρευση των συμπτωμάτων που εκδηλώνονται από το γαστρεντερικό, όπως είναι το φούσκωμα και ο πόνος. Καλύτερα αποτελέσματα μπορεί να επιτευχθούν με τις διαλυτές φυτικές ίνες, όπως είναι το ψύλλιο. Ανάμεσα στις ουσίες με καθαρτική δράση, είναι εκείνη που έχει μελετηθεί περισσότερο διότι έχει την μεγαλύτερη ευεργετική δράση με τις λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες.

Η συμπληρωματική λήψη φυτικών ινών μέσω της διατροφής πρέπει να γίνεται όταν είναι απαραίτητη. Ο ασθενής οφείλει να συνειδητοποιήσει ότι, όπως το πρόβλημα που τον ταλαιπωρεί είναι χρόνιο και τον έχει απασχολήσει για μεγάλες χρονικές περιόδους στη ζωή του, έτσι και η λύση του απαιτεί υπομονή χρονικά και οργάνωση. Μάλιστα οι ασθενείς αυτοί οφείλουν να περιμένουν 2 - 3 μήνες προτού δουν τα πρώτα σημάδια ανακούφισης των συμπτωμάτων της νόσου.

Η σύσταση για λήψη 25 - 35γρ. φυτικών ινών την ημέρα καλό είναι να γίνεται σταδιακά, δηλαδή μια αύξηση 3γρ. / εβδομάδα για τις 4 πρώτες εβδομάδες μειώνει τις ανεπιθύμητες συνέπειες της απότομης αύξησης που μπορεί να είναι κοιλιακό άλγος ή παραγωγή αερίων.  

Ωστόσο, μια σύσταση δεν ταιριάζει σε όλους και αυτό διότι η δυσκοιλιότητα εμφανίζεται εξαιτίας πολλών παραγόντων. Η αυξημένη λήψη φυτικών ινών μπορεί να βοηθήσει κάποιους ασθενείς, αλλά μπορεί να χειροτερέψει την κατάσταση σε ασθενείς που εμφανίζουν δυσκοιλιότητα λόγω είτε του αργού ρυθμού μετακίνησης του περιεχομένου του εντέρου είτε της αχαλασίας των μυών της πυελικής χώρας. Αυτό μπορεί να συμβεί σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, αλλά είναι περισσότερο συχνό σε άτομα μεγαλύτερα από 65 χρόνων ή μικρότερα από 4 χρόνων.

Η μείωση ή η αποχή από την κατανάλωση φυτικών ινών μπορεί να μειώσει τα συμπτώματα της δυσκοιλιότητας; Είναι ένα ερώτημα που ποτέ δεν θα περιμέναμε να έχει θετική απάντηση και όμως μελέτη το υποστηρίζει. Το αποτέλεσμα της μελέτης έρχεται σε σύγκρουση με το καλά εδραιωμένο δεδομένο που υπάρχει στο μυαλό μας από τόσες έρευνες, ότι η αύξηση των φυτικών ινών είναι ευεργετική, υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο είναι μύθος! Η μελέτη υποστηρίζει ότι σε έναν ασθενή με ιδιοπαθή δυσκοιλιότητα που έχει δυσκολία εκκένωσης με αποτέλεσμα τη συσσώρευση των κοπράνων στο κόλον, η μείωση των φυτικών ινών θα μειώσει τον όγκο και την ποσότητα αυτών των κοπράνων, και θα κάνει την εκκένωση των μικρότερων σε όγκο και μέγεθος κοπράνων πιο εύκολη. Και αυτό γιατί η προσθήκη φυτικών ινών σε ένα τέτοιο ασθενή θα έχει σαν αποτέλεσμα την περαιτέρω αύξηση του όγκου και της ποσότητας των κοπράνων, κάτι που δεν θα διευκολύνει την εκκένωση τους.

Γενικά, οι φυτικές ίνες συστήνονται από τους θεραπευτές υγείας σαν λύση για την δυσκοιλιότητα, αν και σε έρευνα ρωτώντας διακόσιους θεραπευτές, φάνηκε ότι μόνο στο 1/3 των ασθενών τους με δυσκοιλιότητα παρατηρήθηκε βελτίωση από την κατανάλωση τους. Οι φυτικές ίνες δεν αποτελούν την αιτία πρόκλησης δυσκοιλιότητας, αλλά η έλλειψη τους αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα σε κάποιες ομάδες ασθενών. Ωστόσο, συνεχίζουμε να συστήνουμε την κατανάλωση φυτικών ινών για την αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας, εξαιτίας του χαμηλού κινδύνου και επίσης του χαμηλού κόστους, σε σχέση με τα καθαρτικά. Και επειδή οι περισσότεροι ασθενείς συνήθως έχουν προσπαθήσει να αυξήσουν την ποσότητα των φυτικών ινών που λαμβάνουν λόγω προτύστερων συστάσεων είναι σημαντικό να αξιολογήσουμε την αύξηση που έχουν κάνει και την παρούσα πρόσληψη τους προτού συστήσουμε περαιτέρω αύξηση των ινών. Οι συστάσεις προτείνουν καθημερινή κατανάλωση 20 - 30γρ. στους ενήλικες και στα παιδιά η σύσταση είναι η ηλικία τους +5γρ.