Sidebar

25
Τετ, Απρ

Ψυχολογία και τέχνη
Typography

Πολλά είναι αυτά που έχουν γραφτεί και ειπωθεί για το παιχνίδι και για τον κεντρικό ρόλο που έχει στη ζωή του παιδιού.

  Ωστόσο μπροστά στο ερώτημα «τι είναι το παιχνίδι» θα στεκόμασταν οι περισσότεροι με μια αμηχανία.

 

 Ένας αρκετά περιεκτικός ορισμός μας έρχεται από τον Huizinga: «Το παιχνίδι είναι μια πράξη ελεύθερη, βιωμένη ως φανταστική, που βρίσκεται έξω από τα συνηθισμένα. Παρόλα αυτά είναι ικανή να απορροφήσει εντελώς αυτόν που παίζει. Είναι μια δραστηριότητα απογυμνωμένη από κάθε υλικό συμφέρον και χρησιμότητα. Πραγματοποιείται μέσα σε σαφή και σταθερά όρια τόπου και χρόνου. Αναπτύσσεται σύμφωνα με δεδομένους κανόνες και διαμορφώνει ομαδικές σχέσεις οι οποίες περιβάλλονται από μυστήριο ή υπογραμμίζουν με μεταμφιέσεις τον παράδοξο χαρακτήρα τους ως προς το συνηθισμένο κόσμο.»

Φυσικά εδώ δε μιλάμε για το παιχνίδι- αντικείμενο (toy) αλλά για το παιχνίδι- δραστηριότητα (play). Για να γίνει καταννοητός ο παραπάνω ορισμός θα πρέπει να ανατρέξουμε στο παιχνίδι προσποίησης του παιδιού προσχολικής ηλικίας, που συνοδεύεται από τους μονολόγους του παιδιού, με τους οποίους τίθενται  και οι κανόνες: μια κουδουνίστρα μετατρέπεται σε τηλέφωνο, ή μια κούκλα μετατρέπεται σε «μωρό», ενώ το αληθινό μας μωρό παριστάνει τη μαμά. Όσο το παιδί μεγαλώνει η διαδικασία εμπλουτίζεται και οι γονείς ενστικτωδώς συμμαχούν με αυτή την έμφυτη τάση του παιδιού για να του μάθουν τις καινούριες δεξιότητες. Έτσι, η λεκάνη της τουαλέτας μπορεί να μεταμφιεστεί σε «θρόνο» για την εκμάθηση της τουαλέτας, ή ένα εργαλείο του οδοντιάτρου μπορεί να «εκτελέσει χρέη» ραβδιού της νεράιδας των δοντιών. Αυτή είναι και η πρωταρχική έννοια του παιχνιδιού: Συνηθισμένα αντικείμενα μεταμφιέζονται σε κάτι άλλο (σε κάποιο άλλο συνηθισμένο ή ασυνήθιστο  αντικείμενο) μέσω της πλούσιας φαντασίας του παιδιού.

Η σύγχρονη παιδαγωγική έχοντας καταννοήσει τη μεγάλη δύναμη που έχει το παιχνίδι αξιοποιεί αυτά τα χαρακτηριστικά του για να σχεδιάσει δραστηριότητες που με έναν ευχάριστο τρόπο βοηθούν τους μικρούς μας φίλους στην κατάκτηση αναπτυξιακών δεξιοτήτων.  Το θεατρικό παιχνίδι, που αποτελεί ένα πάντρεμα των χαρακτηριστικών του παιχνιδιού με τα (παρόμοια) χαρακτηριστικά της υποκριτικής τέχνης  αλλά και των εικαστικών τεχνών αποτελεί ένα έξοχο παράδειγμα τέτοιων δραστηριοτήτων. Μέσω της δραματοποίησης ιστοριών και τραγουδιών, της παντομίμας και του παιχνιδιού ρόλων το παιδί μπορεί να εμπεδώσει μαθησιακούς στόχους όλων των γνωστικών αντικειμένων (από τα επαγγέλματα μέχρι τον κύκλο του νερού και τη διαίρεση) και κυρίως να προωθήσει τις συναισθηματικές και κοινωνικές του δεξιότητες.

Το θεατρικό παιχνίδι δεν έχει φυσικά σαν επιδίωξη την εκπαίδευση του παιδιού σε τεχνικές υποκριτικής και θεατρικής τέχνης, με άλλα λόγια η επίδοση εδώ  δεν αξιολογείται , καθώς όπως ήδη ειπώθηκε το παιχνίδι είναι απογυμνωμένο από κάθε συμφέρον και χρησιμότητα. Για το λόγο αυτό άλλωστε είναι τόσο δημοφιλές ανάμεσα στα παιδιά και τόσο διασκεδαστικό. Ωστόσο έχει ως συνέπεια τη βιωματική εμπλοκή του παιδιού σε κάθε μαθησιακή διαδικασία. Η παραδοσιακή παιδαγωγική έδινε ιδιαίτερη έμφαση στα οπτικοακουστικά κανάλια μάθησης ενώ έτεινε να αγνοεί το εξίσου σημαντικό κιναισθητικό κανάλι (που σχετίζεται με τη χρήση του σώματος στο χώρο). Αυτό είχε ως συνέπεια να ευνοούνται οι οπτικο-ακουστικοί τύποι μαθητών, ενώ οι κιναισθητικοί να οδηγούνται στην χαμηλή επίδοση. Το θεατρικό παιχνίδι απευθύνεται ακριβώς στην κιναίσθηση του μαθητή, διεγείροντας  τις αισθήσεις και την περιέργειά του για τον περιβάλλοντα χώρο.

Το συμπέρασμα αυτό μας οδηγεί και στη δυνατότητα θεραπευτικής αξιοποίησης του θεατρικού παιχνιδιού. Παρατηρώντας το ελεύθερο αλληλεπιδραστικό παιχνίδι  των παιδιών κάθε ηλικίας και κάθε νοητικού επιπέδου βλέπουμε ότι πολύ συχνά επιλέγουν το παιχνίδι ρόλων. Ο πιο αποφασιστικός της παρέας μοιράζει τους ρόλους και μετονομάζει τα αντικείμενα: οι κανόνες έχουν οριστεί, κι απο δω και πέρα δεν πρόκειται για μια παρέα στην αυλή του σχολείου αλλά για μια οικογένεια που περιμένει να ετοιμαστεί το μεσημεριανό. Γίνεται φανερή εδώ η σημασία που μπορεί να έχει το θεατρικό παιχνίδι για έναν παιδαγωγό ή θεραπευτή που προσπαθεί να βοηθήσει ένα παιδί  πρώτα να βιώσει κι έπειτα να επεξεργαστεί τα συναισθήματά του ή να διδάξει νέες κοινωνικές δεξιότητες ώστε να ανταπεξέλθει σε δύσκολες στιγμές της σχολικής ή οικογενειακής του ζωής.

Εκείνο λοιπόν που κάνει ένας εμψυχωτής θεατρικού παιχνιδιού είναι να πάρει μια φυσική τάση των παιδιών, να την τοποθετήσει σε ένα πλαίσιο μάθησης και να δομήσει μια δραστηριότητα που θα προσφέρει χαρά και εκτόνωση τόσο στα παιδιά όσο και στον ίδιο. Παρόλο που στον πολιτισμό μας οι ενήλικες δε νομιμοποιούνται να παίζουν, πολλές ενήλικες δραστηριότητες έχουν χαρακτήρα παιγνιώδη, και γι αυτό, τουλάχιστον όσοι έχουν καθημερινή επαφή με παιδιά (γονείς, εκπαιδευτικοι, θεραπευτές) καλούνται να κάνουν τους ανάλογους παραλληλισμούς και να σκέφτονται συχνά τις ανάγκες που καλύπτει σε αυτούς η δραστηριότητα του παιχνιδιού. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούν να συναισθάνονται τους μικρούς τους συμπαίκτες και να πληρούν τις προυποθέσεις για μια γεμάτη ενέργεια συνάντηση για παιχνίδι!