Sidebar

15
Σαβ, Δεκ

Αγχώδεις Διαταραχές- Φοβίες
Typography

Όταν λέμε ότι κάποιος είναι υποχόνδριος, εννοούμε ότι πάσχει από την σωματόμορφη διαταραχή της υποχονδρίασης ή υποχονδριακής νεύρωσης.

 

 

Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά τον 17ο αι. από τον Άγγλο Σύντενχαμ για να υποδηλώσει μία αντρική μορφή υστερίας. Με την σημερινή έννοια ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Γάλλο ψυχίατρο Φαλρέ.

Γενικά ο υποχόνδριος χαρακτηρίζεται από μία υπερβολική ευαισθησία στην παρουσίαση ασήμαντων σωματικών ανωμαλιών ή ενοχλήσεων, οι οποίες εκλαμβάνονται ως συμπτώματα κάποιας σοβαρής αρρώστιας και, παρόλες τις διαβεβαιώσεις των ειδικών και τα αποτελέσματα των εξετάσεων, νομίζει ότι τα αποτελέσματα είναι λανθασμένα. Το υποχόνδριο άτομο πιστεύει ότι πάσχει από σοβαρή νόσο και σταδιακά πείθεται ότι είναι άρρωστος, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι. Το υποχόνδριο άτομο αποκτά εμμονή με την υγεία του, αναπτύσσει μη ρεαλιστικούς φόβους μόλυνσης και έντονο ενδιαφέρον για τις ιατρικές πληροφορίες, ενώ συχνά αποκτά έντονο φόβο για τα φάρμακα και τις αντιβιώσεις.

Η υποχονδρίαση οφείλεται σε ένα μεγάλο ποσοστό σε ψυχοκοινωνικούς παράγοντες, δηλαδή πολλά άτομα που πάσχουν από υποχονδρίαση έχουν υποστεί σωματική και σεξουαλική κακοποίηση. Επιπροσθέτως, έχει παρατηρηθεί ότι άτομα που πέρασαν από διάφορες ασθένειες κατά την παιδική ηλικία ή άτομα που δέχονταν πίεση από τους γονείς τους επειδή ήταν υπερπροστατευτικοί, περνώντας τα χρόνια γίνονταν υποχόνδριοι. Επίσης υπάρχει και η περίπτωση υποχόνδριου που όντας παιδί μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον αδιαφορίας και προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή των γονιών του επικαλούμενο σωματικά συμπτώματα. Έτσι ενηλικιώνοντας το άτομο δημιουργεί υποχονδρίαση καθώς με τον τρόπο αυτό λαμβάνει προσοχή και φροντίδα από συγγενείς και φίλους. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα συμπτώματα υποχονδρίασης εμφανίζονται μετά από τραυματικές εμπειρίες, όπως προβλήματα υγείας που πέρασαν άτομα του οικείου περιβάλλοντος του ατόμου, προκαλώντας στον ίδιο έντονο άγχος και φόβο τόσο για κάποια νόσο, όσο και για τον θάνατο.

Βέβαια, σε αντίθεση με τις άλλες σωματόμορφες διαταραχές, η υποχονδρίαση δεν παρουσιάζει δραματικά συμπτώματα. Ο φόβος που εκφράζει ο υποχόνδριος είναι για την υγεία του γενικά, και όχι για κάποια συγκεκριμένη λειτουργία, σωματικό όργανο ή πάθηση. Όταν ο φόβος είναι τόσο έντονος που να διαταράσσει την προσωπική, κοινωνική ή επαγγελματική ζωή του ατόμου, μεταχειριζόμαστε την διάγνωση "άτυπη σωματική διαταραχή".  Σε αυτή την περίπτωση ο υποχόνδριος καταβάλλεται από φανερό άγχος, χαμηλή ιδέα για τον εαυτό του και τις προσωπικές του σχέσεις.

Γενικά, όπως και με τις άλλες νευρώσεις, ως μέσω θεραπείας για την υποχονδρίαση, ενδείκνυται η ψυχανάλυση και η ψυχοθεραπεία. Ο ασθενής συνεργάζεται με τον ψυχαναλυτή, ο οποίος προσπαθεί να τον ενθαρρύνει. Το αποτέλεσμα είναι το άτομο να σταματάει να ασχολείται τόσο με τις ιατρικές πληροφορίες και τις επισκέψεις στον γιατρό, έτσι μειώνει το άγχος και ελέγχει καλύτερα τα συναισθήματα του. Τέλος με την ψυχανάλυση το άτομο αποκτα γνώση και καθησυχάζεται καθώς μαθαίνει ότι αυτό που νιώθει είναι φυσιολογικό, για παράδειγμα είναι φυσιολογικό να σου κόβεται η ανάσα μετά από άσκηση. Η όλη ψυχαναλυτική διαδικασία χρήζει ιδιαίτερης προσοχής αλλά και επιμονής, καθώς για να σταματήσουν τα συμπτώματα της υποχονδρίασης θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ταυτόχρονα και το ψυχοπιεστικό υπόβαθρο που δημιούργησε την όλη διαταραχή. Τέλος πρέπει να επισημανθεί, ότι εάν το άτομο σταματήσει την ψυχαναλυτική διαδικασία και δεν έχει  αντιμετωπιστεί αυτή η "βάση" της όλης ασθένειας, τίποτα δεν θα έχει ξεπεραστεί πλήρως και θα ξαναρχίσει ένας φαύλος κύκλος.