Μικροθρεπτικά συστατικά
Typography

Η βιταμίνη D είναι μία λιποδιαλυτή βιταμίνη η οποία είναι απαραίτητη για τη διατήρηση του φυσιολογικού μεταβολισμού του ασβεστίου.

 

Η βιταμίνη D(χοληκαλσιφερόλη) μπορεί να συντεθεί από το δέρμα στους ανθρώπους όταν εκτίθεται σε υπεριώδη ακτινοβολία Β (UVB) από τον ήλιο, ή μπορεί να προσληφθεί από τη διατροφή. Τα φυτά συνθέτουν εργοστερόλη, η οποία μετατρέπεται σε βιταμίνη D­2 (εργοκαλσιφερόλη) από την υπεριώδη ακτινοβολία. Όταν η έκθεση στην UVB ακτινοβολία δεν είναι αρκετή για τη σύνθεση επαρκών ποσοτήτων βιταμίνης D3 από το δέρμα, η πρόσληψη βιταμίνης D από τη διατροφή είναι απαραίτητη για την υγεία.

Λειτουργία

Ενεργοποίηση της Βιταμίνης D

Η βιταμίνη D από μόνη της είναι βιολογικά ανενεργή, και πρέπει να μεταβολιστεί στις βιολογικά ενεργές της μορφές. Μετά από την κατανάλωση της από τη δίαιτα ή τη σύνθεσή της στην επιδερμίδα, η βιταμίνη D εισέρχεται στην κυκλοφορία και μεταφέρεται στο ήπαρ. Στο ήπαρ, η βιταμίνη D υδροξυλιώνεται προς σχηματισμό 25-υδροξυβιταμίνης D, την κύρια μορφή της βιταμίνης D στην κυκλοφορία. Αυξημένη έκθεση στον ήλιο ή αυξημένη κατανάλωση βιταμίνης D αυξάνει τα επίπεδα 25-υδροξυβιταμίνης D στον ορό του πλάσματος, κάνοντας την συγκέντρωση της 25-υδροξυβιταμίνης D στον ορό έναν χρήσιμο δείκτη της διατροφικής κατάστασης ως προς τη βιταμίνη D. Στα νεφρά το ένζυμο της 25-υδροξυβιταμίνης D πραγματοποιεί δεύτερη υδροξυλίωση σχηματίζοντας την 1,25-διυδροξυβιταμίνη D, την κύρια μορφή της βιταμίνης D. Σχεδόν όλες οι επιδράσεις της βιταμίνης D στο σώμα σχετίζονται με την ενεργό δράση της 1,25-διυδροξυβιατμίνης D.

Μηχανισμοί δράσης

Οι περισσότερες (αν όχι όλες) οι δράσεις της βιταμίνης D προκαλούνται μέσω ενός παράγοντα πυρηνικής μεταγραφής, γνωστό ως υποδοχέα της βιταμίνης D (VDR). Κατά την είσοδό της στον πυρήνα του κυττάρου, η 1,25-διυροξυβιταμίνη D συνδέεται με τον υποδοχέα της βιταμίνης D (VDR) και προωθεί τη σύνδεση του τελευταίου με τον υποδοχέα ρετινοϊκού οξέως Χ (RXR). Υπό την παρουσία της 1,25-διυδροξυβιταμίνης D το σύμπλοκο VDR / RXR συνδέει μικρές αλληλουχίες του DNA γνωστές ως στοιχεία απόκρισης της βιταμίνη D (VDREs) και εκκινεί μία σειρά μοριακών αλληλεπιδράσεων οι οποίες ρυθμίζουν την μεταγραφή συγκεκριμένων γονιδίων. Περισσότερα από 50 γονίδια σε ιστούς σε όλο το σώμα έχουν αναγνωριστεί ότι ρυθμίζονται από την 1,25- διϋδροξυβιταμίνη D.

Ισορροπία Ασβεστίου

Η διατήρηση των επιπέδων ασβεστίου στον ορό εντός ενός μικρού εύρους τιμών είναι ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία του νευρικού συστήματος, καθώς και για την ανάπτυξη των οστών και τη διατήρηση της οστικής πυκνότητας. Η βιταμίνη D είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική αξιοποίηση του ασβεστίου από τον οργανισμό. Οι παραθυρεοειδείς αδένες αντιλαμβάνονται τα επίπεδα ασβεστίου στον ορό και εκκρίνουν την παραθυρεοειδική ορμόνη (PTH) εάν τα επίπεδα ασβεστίου πέσουν πολύ χαμηλά. Η αύξηση της PTH αυξάνει τη δράση του ενζύμου 25-υδροξυβιταμίνης D­3-1-υδροξυλάση στα νεφρά, με αποτέλεσμα την αύξηση της παραγωγής 1,25-διυδρόξυβιταμίνης D. Η αύξηση της παραγωγής 1,25-διυδρόξυβιταμίνης D έχει σαν αποτέλεσμα αλλαγές στη γονιδιακή έκφραση που ρυθμίζουν τα επίπεδα ασβεστίου με 3 τρόπους: (1) Αυξάνοντας την εντερική απορρόφηση του διατροφικού ασβεστίου, (2) αυξάνοντας την επαναρρόφηση ασβεστίου που φιλτράρεται από τα νεφρά, και (3) κινητοποιώντας ασβέστιο από τα οστά όταν δεν επαρκεί το διαιτητικό ασβέστιο για τη διατήρηση φυσιολογικών επιπέδων ασβεστίου.

Κυτταρική Διαφοροποίηση

Τα κύτταρα που διαιρούνται ραγδαία θεωρείται ότι είναι πολλαπλασιαζόμενα. Η διαφοροποίηση έχει σαν αποτέλεσμα την εξειδίκευση των κυττάρων σε συγκεκριμένες λειτουργίες. Γενικά, η κυτταρική διαφοροποίηση οδηγεί σε μία μείωση του πολλαπλασιασμού. Ενώ ο κυτταρικός πολλαπλασιασμός είναι απαραίτητος για την ανάπτυξη και την επούλωση των πληγών, ο ασύστολος κυτταρικός πολλαπλασιασμός με μερικές μεταλλάξεις μπορεί να οδηγήσει σε ασθένειες όπως είναι ο καρκίνος. Η ενεργή μορφή της βιταμίνης D, η 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D, αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό και διεγείρει την κυτταρική διαφοροποίηση.

Ανοσία

Η βιταμίνη D με τη μορφή της 1,25-διυδρόξυβιταμίνης D είναι ισχυρός ρυθμιστής του ανοσοποιητικού συστήματος.  Ο υποδοχέας της βιταμίνης D εκφράζεται από τα περισσότερα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένου των T κυττάρων και των αντιγονοπαρουσιαστικών κυττάρων, όπως είναι τα δενδριτικά κύτταρα και τα μακροφάγα. Υπό ορισμένες συνθήκες, τα μακροφάγα επίσης παράγουν το ένζυμο 25-υδροξυβιταμίνη D3-1-υδροξυλάση που μετατρέπει την 25-υδρόξυβιταμίνη D3 σε 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D. Υπάρχουν ερευνητικά στοιχεία ότι η 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D έχει μία ποικιλία επιδράσεων στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, που μπορεί να ενισχύσει την έμφυτη ανοσία και να αναστείλει την ανάπτυξη της αυτοανοσίας.

Έκκριση Ινσουλίνης

Ο υποδοχέας της βιταμίνης D εκφράζεται από τα παγκρεατικά κύτταρα που εκκρίνουν ινσουλίνη, και τα αποτελέσματα σε μελέτες ζώων υποδεικνύουν ότι η 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D παίζει ρόλο στην έκκριση ινσουλίνης κάτω από συνθήκες όπου υπάρχουν απαιτήσεις ινσουλίνης. Περιορισμένα δεδομένα στους ανθρώπους υποδεικνύουν ότι μη επαρκείς ποσότητες βιταμίνης D μπορεί να έχει δυσχερή επίδραση στην έκκριση ινσουλίνης και στην ανοχή στη γλυκόζη σε διαβήτη τύπου 2 (μη-ινσουλινοεξαρτώμενος σακχαρώδης διαβήτης).

Ρύθμιση Αρτηριακής Πίεσης

Το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης παίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης. Η ρενίνη είναι ένα ένζυμο που καταλύει την διάσπαση ενός μικρού πεπτιδίου (Αγγειοτενσίνη I) από μία μεγαλύτερη πρωτεΐνη (αγγειοτενσινογόνο) που παράγεται το ήπαρ. Ένα ένζυμο καταλύει την διάσπαση της αγγειοτενσίνης I για να σχηματιστεί αγγειοτενσίνη II, ένα πεπτίδιο που μπορεί να αυξήσει την αρτηριακή πίεση επάγοντας τη συστολή των μικρών αρτηριών και αυξάνοντας την κατακράτηση νερού και νατρίου. Ο ρυθμός σύνθεσης της αγγειοτενσίνης II εξαρτάται από την ρενίνη. Έρευνες σε ποντίκια που είχαν έλλειψη του γονιδίου που κωδικοποιεί τον υποδοχέα της βιταμίνης D (VDR) υποδεικνύουν ότι η 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D μειώνει την έκφραση του γονιδίου που κωδικοποιεί τη ρενίνη μέσω της αλληλεπίδρασής της με τον VDR. Δεδομένου ότι η ακατάλληλη ενεργοποίηση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης θεωρείται ότι παίζει ένα ρόλο σε κάποιες μορφές υπέρτασης στους ανθρώπους, επαρκή επίπεδα βιταμίνης D μπορεί να είναι σημαντικά στη μείωση του κινδύνου εμφάνισης αρτηριακής πίεσης.

Ανεπάρκεια

Στην ανεπάρκεια της βιταμίνης D, η απορρόφηση ασβεστίου δεν μπορεί να αυξηθεί τόσο ώστε να ικανοποιήσει της ανάγκες του σώματος σε ασβέστιο. Συνεπώς, η παραγωγή παραθυρεοειδούς ορμόνης από τους παραθυρεοειδείς αδένες είναι αυξημένη και το ασβέστιο κινητοποιείται από τα οστά για να διατηρηθούν φυσιολογικά επίπεδα ασβεστίου στον ορό, μία κατάσταση γνωστή ως δευτεροπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός. Ενώ είναι γνωστό εδώ και χρόνια ότι η σοβαρή ανεπάρκεια βιταμίνης D έχει σοβαρές συνέπειες στην υγεία των οστών, πρόσφατες μελέτες  υποδεικνύουν ότι ακόμα και πιο ήπια στάδια ανεπάρκειας βιταμίνης D είναι κοινά και αυξάνουν τον κίνδυνο οστεοπόρωσης και άλλων προβλημάτων υγείας.

Σοβαρή Ανεπάρκεια Βιταμίνης D

Ραχίτιδα

Στα βρέφη και στα παιδιά, η σοβαρή ανεπάρκεια βιταμίνης D έχει σαν αποτέλεσμα την αποτυχία μεταλλοποίησης των οστών. Τα οστά που αναπτύσσονται ραγδαία προσβάλλονται περισσότερο από τη ραχίτιδα. Οι αναπτυξιακές πλάκες των οστών συνεχίζουν να μεγεθύνονται, αλλά υπό την απουσία επαρκούς μεταλλοποίησης, τα άκρα που σηκώνουν βάρος (χέρια και πόδια) παίρνουν το σχήμα τόξου. Στα βρέφη, η ραχίτιδα μπορεί να οδηγήσει σε καθυστερημένο κλείσιμο των fontanel (μαλακά σημεία στο κρανίο των βρεφών), και ο θώρακας μπορεί να παραμορφωθεί λόγω των έλξεων του διαφράγματος. Σε σοβαρές περιπτώσεις, χαμηλά επίπεδα ασβεστίου ορού (υποασβεστιαιμία) μπορεί να προκαλέσεις επιληπτικές κρίσεις. Αν και ο εμπλουτισμός των τροφίμων έχει οδηγήσει σε εφησυχασμό όσον αφορά την ανεπάρκεια βιταμίνης D, η διατροφική ραχίτιδα εξακολουθεί να υπάρχει σε αρκετές πόλεις ανά τον κόσμο.

Οστεομαλακία

Ενώ τα οστά των ενηλίκων δεν αυξάνονται άλλο, είναι σε μία συνεχή διαδικασία αλλαγών ή αναδόμησης. Στους ενήλικες με σοβαρή ανεπάρκεια βιταμίνης D,  το πλέγμα κολλαγόνου των οστών διατηρείται αλλά τα οστικά μέταλλα χάνονται σταδιακά, με αποτέλεσμα πόνους στα οστά και οστεομαλακία.

Μυϊκή Αδυναμία και Πόνος

Η ανεπάρκεια βιταμίνης D προκαλεί μυϊκή αδυναμία και πόνο σε παιδιά και ενήλικες. Ο μυϊκός πόνος και η αδυναμία ήταν επιφανή συμπτώματα ανεπάρκειας βιταμίνης D σε μία μελέτη μουσουλμάνων γυναικών στη Δανία. Σε μία συγχρονική μελέτη 150 διαδοχικών ασθενών που εισήχθησαν σε μία κλινική στη Μινεσότα για την εκτίμηση επίμονου, αδιευκρίνιστου μυοσκελτικού πόνου, το 93% είχαν επίπεδα 25-υδροξυβιταμίνης D στον ορό του αίματος ενδεικτικά έλλειψης βιταμίνης D. Μία τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη βρήκε ότι χορήγηση 800 IU/ημέρα συμπληρώματος βιταμίνης D σε γυναίκες τρίτης ηλικίας παράλληλα με 1,200 mg ασβεστίου ανά ημέρα για τρείς μήνες αύξησε τη μυϊκή δύναμη και μείωσε τον κίνδυνο πεσίματος κατά σχεδόν 50% συγκριτικά με χορήγηση μόνο ασβεστίου. Πιο πρόσφατα, μία τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη σε 124 άτομα σε γηροκομείο (μέσος όρος ηλικίας 89 ετών), βρήκε ότι αυτοί που έπαιρναν 800 IU/ημέρα συμπληρώματος βιταμίνης D είχαν 72% μικρότερο ποσοστό πεσίματος από αυτούς που έπαιρναν εικονικό φάρμακο (placebo).

Παράγοντες Κινδύνου για Ανεπάρκεια Βιταμίνης D

  • Βρέφη που τρέφονται με αποκλειστικό θηλασμό: Τα βρέφη που τρέφονται αποκλειστικά μέσω του θηλασμού βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο ανεπάρκειας βιταμίνης D, ειδικά εάν έχουν σκούρο δέρμα και/ή εκτίθενται ελάχιστα στον ήλιο. Το ανθρώπινο γάλα γενικά παρέχει 25 IU βιταμίνης D ανά λίτρο, το οποίο δεν είναι αρκετό εάν είναι η μόνο πηγή πρόσληψης βιταμίνης D. Πιο μεγάλα βρέφη και νήπια που τρέφονται με υποκατάστατα γάλακτος και τρόφιμα απογαλακτισμού που δεν είναι εμπλουτισμένα με βιταμίνη D επίσης βρίσκονται σε κίνδυνο ανεπάρκειας βιταμίνης D. Η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής συστήνει ότι όλα τα βρέφη που τρέφονται με αποκλειστικό θηλασμό ή με μερικό θηλασμό θα πρέπει να χορηγούνται με 400 IU συμπληρώματος βιταμίνης D ανά ημέρα.
  • Σκούρο δέρμα: Άτομα με σκούρο δέρμα συνθέτουν λιγότερη βιταμίνη D όταν εκτίθενται στην ηλιακή ακτινοβολία από ότι αυτοί με ανοιχτό χρώμα δέρματος. Ο κίνδυνος ανεπάρκειας βιταμίνης D είναι ιδιαίτερα υψηλός για άτομα με σκούρο δέρμα που μένουν μακριά από τον ισημερινό. Μία μελέτη στις ΗΠΑ κατέγραψε ότι το 42% των Αφρο-αμερικανίδων μεταξύ 15 και 49 χρόνων είχαν ανεπάρκεια βιταμίνης D συγκριτικά με το 4% γυναικών με λευκό δέρμα.
  • Γήρας: Τα άτομα τρίτης ηλικίας έχουν μειωμένη ικανότητα σύνθεσης βιταμίνης D στο δέρμα τους όταν εκτίθενται σε UVB ακτινοβολία, και αυτά τα άτομα είναι πιο πιθανό να μείνουν μέσα στο σπίτι ή να χρησιμοποιήσουν αντηλιακό, το οποίο εμποδίζει τη σύνθεση βιταμίνης D. Ενήλικες σε ιδρύματα (π.χ. γηροκομεία) που δεν λαμβάνουν συμπλήρωμα βιταμίνης D βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο ανεπάρκειας βιταμίνης D.
  • Η κάλυψη όλων των εκτεθειμένων σημείων του σώματος ή η χρήση αντηλιακού όποτε κάποιος είναι έξω: Η οστεομαλακία έχει καταγραφεί σε γυναίκες που καλύπτουν όλο το δέρμα τους όταν βρίσκονται εκτός σπιτιού για θρησκευτικούς ή πολιτισμικούς λόγους. Η χρήση αντηλιακού με παράγοντα αντηλιακής προστασίας 8 μειώνει την παραγωγή βιταμίνης D κατά 95%.
  • Σύνδρομα κακής απορρόφησης λίπους: Η κυστική ίνωση και η νόσος χολοστατικού ήπατος μειώνουν την απορρόφηση διαιτητικής βιταμίνης D, η οποία βρίσκεται στο λίπος.  
  • Σύνδρομο Φλεγμονώδους Εντέρου: Άτομα με φλεγμονώδες έντερο (inflammatory bowel disease) όπως είναι η νόσος Crohn’s φαίνεται να έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ανεπάρκειας βιταμίνης D, ειδικά αυτοί που έχουν μικρές εκτομές εντέρου.
  • Παχυσαρκία: Η παχυσαρκία αυξάνει τον κίνδυνο ανεπάρκειας βιταμίνης D. Μόλις η βιταμίνη D συντεθεί στο δέρμα ή απορροφηθεί από το εντερικό σύστημα, εναποτίθεται στον λιπώδη ιστό, κάνοντάς το λιγότερο βιοδιαθέσιμο σε άτομα με μεγάλες αποθήκες λίπους.

Εκτίμηση Διατροφικής Κατάστασης Βιταμίνης D

Η ολοένα και αυξανόμενη επίγνωση ότι η ανεπάρκεια βιταμίνης D οδηγεί σε σοβαρά προβλήματα υγείας πέρα από τη ραχίτιδα και την οστεομαλακία τονίζει την ανάγκη για ακριβή εκτίμηση της διατροφικής κατάστασης της βιταμίνης D. Ενώ υπάρχει γενική συμφωνία πάνω στο ότι τα επίπεδα 25-υδρόξυβιταμίνης D του ορού είναι ο καλύτερος δείκτης της επάρκειας ή ανεπάρκειας βιταμίνης D, τα όρια μέσα στα οποία θα πρέπει να βρίσκεται δεν έχουν καθοριστεί με σαφήνεια. Ενώ τα εργαστηριακά εύρη αναφοράς για τα επίπεδα 25-υδροξυβιταμίνης D του ορού βασίζονται συχνά στον μέσο όρο των τιμών από υγιείς ενήλικες, πρόσφατες έρευνες προτείνουν ότι εύρη με βάση την κατάσταση υγείας που στοχεύουν στην πρόληψη δευτεροπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού και απώλεια οστών θα πρέπει να είναι αρκετά πιο υψηλά. Γενικά, οι τιμές 25-υδρόξυβιταμίνης D του ορού κάτω από 20-25 nmol/L (8-10 ng/mL) υποδεικνύουν σοβαρή ανεπάρκεια που σχετίζεται με ραχίτιδα και οστεομαλακία. Ενώ τα 50 nmol/L (20 ng/mL) έχουν προταθεί ως η χαμηλότερη τιμή του εύρους των φυσιολογικών τιμών, πιο πρόσφατες έρευνες προτείνουν ότι τα επίπεδα παραθυρεοειδούς ορμόνης (PTH) και η απορρόφηση ασβεστίου δεν είναι ιδανικά μέχρι τα επίπεδα 25-υδρόξυβιταμίνης D να φτάσουν περίπου τα 80 nmol/L (32 ng/mL). Επομένως, υπάρχει διαφωνία για το εάν επίπεδα κάτω από 80 nmol/L (32 ng/mL) θα πρέπει να θεωρούνται επαρκή ή όχι. Θεωρώντας τα 80 nmol/L (32 ng/mL) ως κατώτερη φυσιολογική τιμή, εκτιμάται ότι ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι στον κόσμο παρουσιάζουν αυτή τη στιγμή ανεπάρκεια βιταμίνης D. Δεδομένα από μελέτες με συμπληρώματα υποδεικνύουν ότι προσλήψεις βιταμίνης D τουλάχιστον 800-1000 IU/ημέρα απαιτούνται από ενήλικες που ζουν σε εύκρατα γεωγραφικά πλάτη για να επιτύχουν επίπεδα 25-υδρόξυβιταμίνης D τουλάχιστον στα 80 nmol/L.

Συνιστώμενες Ημερήσιες Ποσότητες (ΣΗΠ)

Το 2012, η Επιτροπή Τροφίμων και Διατροφής του Ινστιτούτο Ιατρικής στις ΗΠΑ έθεσε Συνιστώμενη Ημερήσια Ποσότητα (ΣΗΠ) βασιζόμενη στην ποσότητα βιταμίνης D που απαιτείται για την υγεία των οστών. Μερικοί ειδικοί νιώθουν ότι τα επίπεδα αυτά είναι χαμηλά για να υπάρχουν επαρκή επίπεδα 25-υδρόξυβιταμίνης D. Η ΣΗΠ για τη βιταμίνη D φαίνεται στον παρακάτω πίνακα ανά φύλο και ηλικιακή ομάδα.

Συνιστώμνη Ημερήσια Ποσότητα (ΣΗΠ) για τη Βιταμίνη D 
Όπως έχει καθοριστεί από το Ινστιτούτο Ιατρικής, ΗΠΑ

Στάδιο Ζωής 

Ηλικίας

Άντρες
μg/ημέρα (IU/ημέρα)

Γυναίκες
μg/ημέρα (IU/ημέρα)

Βρέφη 

0-6 μηνών 

10 μg (400 IU)  

10 μg (400 IU)  

Βρέφη 

6-12 μηνών

10 μg (400 IU)  

10 μg (400 IU)  

Παιδιά 

1-3 ετών 

15 μg (600 IU) 

15 μg (600 IU) 

Παιδιά 

4-8 ετών 

15 μg (600 IU) 

15 μg (600 IU) 

Παιδιά 

9-13 ετών 

15 μg (600 IU) 

15 μg (600 IU) 

Έφηβοι 

14-18 ετών 

15 μg (600 IU) 

15 μg (600 IU) 

Ενήλικες 

19-50 ετών 

15 μg (600 IU) 

15 μg (600 IU) 

Ενήλικες 

51-70 ετών

15 μg (600 IU) 

15 μg (600 IU) 

Ενήλικες

71 ετών και άνω

20 μg (800 IU) 

20 μg (800 IU) 

Εγκυμοσύνη 

Όλες οι ηλικίες 

15 μg (600 IU) 

Θηλασμός 

Όλες οι ηλικίες 

15 μg (600 IU) 


Πρόληψη Ασθενειών

Οστεοπόρωση 

Ενώ η οστεοπόρωση είναι πολυπαραγοντική νόσος, η ανεπάρκεια βιταμίνης D μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγοντας που συμβάλλει στην εμφάνισή της.  Μία πολυεθνική μελέτη (18 διαφορετικές χώρες με γεωγραφικά πλάτη από 64 μοίρες βόρεια μέχρι και 38 μοίρες νότια) με περισσότερες από 2600 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση αποκάλυψε ότι το 64% των συμμετεχόντων είχαν επίπεδα 25-υδρόξυβιταμίνης D κάτω από 75 nmol/L (30 ng/L). Χωρίς επαρκή βιταμίνη D από την έκθεση στον ήλιο ή από διαιτητική πρόσληψη, η εντερική απορρόφηση ασβεστίου δεν μπορεί να φτάσει στο μέγιστο. Αυτό οδηγεί σε έκκριση PTH από τους παραθυρεοειδείς αδένες, που μπορεί να οδηγήσει σε οστεοπορωτικά κατάγματα. Μία προοπτική μελέτη κοόρτης που παρακολούθησε περισσότερες από 72.000 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες στις ΗΠΑ για 18 χρόνια βρήκε ότι αυτές που κατανάλωναν τουλάχιστον 600 IU/ημέρα βιταμίνης D μέσω διατροφής και συμπληρωμάτων είχαν 37% λιγότερο κίνδυνο οστεοπορωτικού κατάγματος ισχίου συγκριτικά με αυτές που κατανάλωναν λιγότερο από 140 IU/ημέρα βιταμίνης D. Τα αποτελέσματα των περισσότερων κλινικών μελετών προτείνουν ότι η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D μπορεί να επιβραδύνει της απώλειες οστικής πυκνότητας ή να μειώσει τον κίνδυνο οστεοπορωτικών καταγμάτων σε άντρες και γυναίκες οι οποίοι είναι πιθανό να μην λαμβάνουν αρκετή βιταμίνη D. Ωστόσο, πρόσφατες αναλύσεις υποδεικνύουν ότι υπάρχει κατώφλι πρόσληψης βιταμίνης D που είναι απαραίτητη για να παρατηρηθούν μειώσεις στον κίνδυνο καταγμάτων. Για παράδειγμα, μία μετα-ανάλυση τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών σε άτομα τρίτης ηλικίας βρήκε ότι συμπληρωματική χορήγηση 700-800 IU βιταμίνης D ημερησίως είχε 26% και 23% λιγότερο κίνδυνο καταγμάτων ισχίου και μη σπονδυλικών καταγμάτων, αντίστοιχα. Αντίθετα, συμπληρωματική χορήγηση 400 IU βιταμίνης D ημερησίως δεν μείωσε τον κίνδυνο καταγμάτων ούτε του ισχίου ούτε μη σπονδυλικών καταγμάτων.

Επιπλέον, πρόσφατα αποτελέσματα από τη μελέτη Πρωτοβουλία για την Υγεία της Γυναίκας (Women's Health Initiative trial) σε 36.282 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες έδειξαν ότι η καθημερινή λήψη 400 IU συμπληρώματος βιταμίνης D3, σε συνδυασμό με 1000 mg ασβεστίου, δεν μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο καταγμάτων στο  ισχίο σε σύγκριση με ένα placebo (εικονικό φάρμακο). Ερευνητές συστήνουν ότι οι καθημερινές προσλήψεις ποσοτήτων μεγαλύτερων των 700 IU βιταμίνης D μπορεί να είναι απαραίτητες για τις βέλτιστες συγκεντρώσεις 25-υδρόξυβιταμίνης D και σαν αποτέλεσμα την μείωση του κινδύνου καταγμάτων.

Και προηγούμενες μελέτες υποστηρίζουν την ύπαρξη κατώφλι της βιταμίνης D στην υγεία των οστών. Μία μελέτη σε 247 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες των ΗΠΑ ανέφερε ότι η συμπληρωματική λήψη 500 mg/ημέρα ασβεστίου μαζί με είτε 100 IU/ ημέρα ή 700 IU/ημέρα βιταμίνης D3 για 2 χρόνια επιβράδυνε τις απώλειες οστικής πυκνότητας στο ισχίο μόνο στην ομάδα που λάμβανε 700 IU/ ημέρα. Μία άλλη μελέτη βρήκε ότι η καθημερινή συμπληρωματική λήψη σε άντρες και γυναίκες τρίτης ηλικίας με 500 mg/ημέρα ασβεστίου και 700 IU/ημέρα βιταμίνης D3 για 3 χρόνια μείωσε τις απώλειες οστικής πυκνότητας στο ισχίο και τη σπονδυλική στήλη και επίσης μείωσε την συχνότητα μη σπονδυλικών καταγμάτων. Μία επακόλουθη ανάλυση αυτής της κοορτής αποκάλυψε ότι όταν τα συμπληρώματα ασβεστίου και βιταμίνης D3 διακόπηκαν, τα οφέλη στην οστική πυκνότητα χάθηκαν μέσα σε 2 χρόνια. Μία άλλη μελέτη βρήκε ότι η λήψη συμπληρώματος 800 IU/ημέρα βιταμίνης D3 και 1200 mg/ημέρα ασβεστίου για τρία χρόνια μείωσε τα κατάγματα στο ισχίο σε ηλικιωμένες γυναίκες στη Γαλλία. Επιπλέον, η λήψη 100.000 IU συμπληρώματος βιταμίνης D3  από ηλικιωμένους ανθρώπους στο Ηνωμένο Βασίλειο μία φορά ανά τέσσερεις μήνες (ισοδύναμο με 800 IU/ημέρα) για 5 χρόνια μείωσε τον κίνδυνο οστεοπορωτικών καταγμάτων κατά 33% συγκριτικά με placebo. Ωστόσο, η λήψη 400 IU/ημέρα συμπληρώματος D3 για περισσότερα από τρία χρόνια δεν επηρέασε τη συχνότητα των καταγμάτων σε μία μελέτη ηλικιωμένων αντρών και γυναικών στην Ολλανδία. Όλες αυτές οι έρευνες υποδεικνύουν ότι τουλάχιστον 700 IU βιταμίνης D3 ημερησίως ενδεχομένως να απαιτούνται για να παρατηρηθεί ωφέλιμη επίδραση στη συχνότητα καταγμάτων.

Ωστόσο, η μελέτη Τυχαιοποιημένη Αξιολόγηση του ασβεστίου ή βιταμίνης D (Randomised Evaluation of Calcium Or vitamin D (RECORD)) ανέφερε ότι η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D3 (800 IU/ημέρα) από μόνη της, ή σε συνδυασμό με ασβέστιο (1000 mg/ημέρα), δεν προλάμβανε τη συχνότητα οστεοπορωτικών καταγμάτων σε ηλικιωμένα άτομα που ήδη είχαν βιώσει ένα χαμηλού τραύματος, οστεοπορωτικό κάταγμα. Η έλλειψη αποτελέσματος ενδεχομένως να οφείλεται σε χαμηλή συμμόρφωση σε αυτή τη μελέτη ή στο γεγονός ότι η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης δεν αύξησε τα επίπεδα 25-υδρόξυβιταμίνης D του ορού σε επίπεδο που προστατεύει από κατάγματα.

Μέχρι στιγμής, οι κλινικές μελέτες γενικά έχουν βρει ότι η βιταμίνη D2 (εργοκαλσιφερόλη) δεν έχει επίδραση στην πρόληψη καταγμάτων. Συμπερασματικά, τα υπάρχουσα στοιχεία προτείνουν ότι τα συμπληρώματα βιταμίνης Dτων τουλάχιστον 800 IU/ημέρα μπορούν να βοηθούν στη μείωση οστικών απωλειών και συχνότητας καταγμάτων σε άτομα τρίτης ηλικίας. Για να μπορεί η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D να είναι αποτελεσματική στη διατήρηση της οστικής υγείας, επαρκής πρόσληψη ασβεστίου (1000-1200 mg/ημέρα) θα πρέπει επίσης να καταναλώνεται.

Καρκίνος

Δυο χαρακτηριστικά των καρκινικών κυττάρων είναι η έλλειψη διαφοροποίησης (εξειδίκευση) και η ραγδαία ανάπτυξη ή πολλαπλασιασμό. Πολλοί κακοήθη όγκοι έχουν βρεθεί να περιέχουν υποδοχείς βιταμίνης D, συμπεριλαμβανομένου στο στήθος, τους πνεύμονες, το δέρμα (μελάνωμα), το παχύ έντερο και τα οστά. Βιολογικά ενεργές μορφές της βιταμίνης D, όπως η 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D και τα ανάλογά του, έχουν βρεθεί ότι επάγουν την κυτταρική διαφοροποίηση και/ή να αναστέλλουν τον πολλαπλασιασμό ενός μεγάλου εύρους καρκινικών και μη-καρκινικών κυτταρικών τύπων σε κυτταρικές καλλιέργειες. Τα αποτελέσματα μερικών, αλλά όχι όλων, επιδημιολογικών μελετών σε ανθρώπους προτείνουν ότι η βιταμίνη D ενδεχομένως να προστατεύει έναντι διαφόρων μορφών καρκίνου. Ωστόσο, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι επιδημιολογικές μελέτες δεν μπορούν να αποδείξουν τέτοιες συσχετίσεις.

Καρκίνοςτουπαχέοςεντέρου

Η γεωγραφική κατανομή της θνησιμότητας του καρκίνου του παχέος εντέρου μοιάζει με την ιστορική γεωγραφική κατανομή της ραχίτιδας, παρέχοντας έτσι έμμεσες αποδείξεις ότι η μειωμένη έκθεση στο ηλιακό φως και η μειωμένη διατροφική κατάσταση βιταμίνης D μπορεί να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου. Ωστόσο, προοπτικές μελέτες γενικά δεν έχουν βρει ότι η συνολική πρόσληψη βιταμίνης D σχετίζεται με σημαντική μείωση του κινδύνου του καρκίνου του παχέος εντέρου, όταν ληφθούν υπόψη άλλοι παράγοντες κινδύνου. Ωστόσο, μερικές πιο πρόσφατες μελέτες έχουν αναφέρει ότι υψηλότερες προσλήψεις βιταμίνης D και υψηλότερα επίπεδα 25-υδρόξυβιταμίνης D σχετίζονται με μειώσεις στον κίνδυνο ορθοκολικού καρκίνου.

Μία πενταετής μελέτη περισσότερων από 120.000 ατόμων βρήκε ότι άντρες με τις υψηλότερες προσλήψεις βιταμίνης D είχαν κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου κατά 29% λιγότερο απ’ ότι άντρες με τις χαμηλότερες προσλήψεις βιταμίνης D. Η πρόσληψη βιταμίνης D σε αυτή τη μελέτη δεν συσχετίσθηκε σημαντικά με τον κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου στις γυναίκες. Επιπλέον, τα επίπεδα 25-υδρόξυβιταμίνης D, που αντικατοπτρίζουν την πρόσληψη βιταμίνης D και τη σύνθεση βιταμίνης D, συσχετίστηκαν αντιστρόφως ανάλογα με τον κίνδυνο δυνητικά προκαρκινικών πολυπόδων του παχέος εντέρου και των δεικτών πολλαπλασιασμού των επιθηλιακών κυττάρων του παχέος εντέρου, δύο βιοδείκτες για τον κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου. Πιο πρόσφατα, μία case-control ανάλυση από την ομάδα μελέτης Nurses' Health ανέφερε ότι τα επίπεδα 25-υδρόξυβιταμίνης D συσχετίζονταν αντιστρόφως ανάλογα με τον καρκίνο παχέος εντέρου. Μια τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή μελέτη ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο σε 36.282 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που συμμετείχαν στην μελέτη Women's Health Initiative βρήκε ότι ένας συνδυασμός συμπληρώματος βιταμίνης D (400 IU/ημέρα) και ασβεστίου (1.000 mg/ημέρα) δεν μείωσε την επίπτωση του καρκίνου παχέος εντέρου. Ωστόσο, έχει προταθεί ότι η ημερήσια δόση βιταμίνης D, 400 IU, ήταν πολύ χαμηλή για να εντοπιστεί οποιαδήποτε επίδραση στην επίπτωση του καρκίνου. Μάλιστα, μία πρόσφατη ανάλυση δόσης-απόκρισης εκτίνησε ότι 1.000 IU βιταμίνης D ημερησίως μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου κατά 50%.

Καρκίνος Μαστού

Ενώ η θνησιμότητα του καρκίνου του μαστού ακολουθεί μία παρόμοια γεωγραφική κατανομή με αυτή του παχέος εντέρου, στοιχεία που να σχετίζουν άμεσα τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού με τη διατροφική κατάσταση σε βιταμίνη D είναι περιορισμένα. Μία προοπτική μελέτη σε γυναίκες που συμμετείχαν στην πρώτη National Health and Nutrition Examination Survey (NHANES I) βρήκε ότι κάποιες μετρήσεις έκθεσης στον ήλιο και κατανάλωσης βιταμίνης D συσχετίζονταν με μειωμένο κίνδυνο καρκίνο του μαστού 20 χρόνια αργότερα. Πιο πρόσφατα, μία μελέτη 16 ετών σε περισσότερες από 88.000 γυναίκες βρήκε ότι υψηλότερες προσλήψεις βιταμίνης D συσχετίζονταν με σημαντικά μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες αλλά όχι σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Οι Garland et al. διεξήγαγαν μια συγκεντρωτική ανάλυση δόσης-απόκρισης δύο μελετών ελέγχου, όπου γυναίκες με καρκίνο του μαστού είχαν σημαντικά πιο μειωμένα επίπεδα 25-υδρόξυβιταμίνης D συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου. Αυτοί οι συγγραφείς ανέφεραν ότι γυναίκες με επίπεδα 25-υδρόξυβιταμίνης D των 52 ng/ml (130 nmol/L) βίωναν 50% μειωμένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνο του μαστού συγκριτικά με γυναίκες με επίπεδα 25-υδρόξυβιταμίνης D χαμηλότερα από 13 ng/mL (32,5 nmol/L). Οι συγγραφείς δηλώνουν ότι για να επιτευχθεί επίπεδο 25-υδρόξυβιταμίνης D στα 52 ng/mL, απαιτείται κατανάλωση περίπου 4.000 IU βιταμίνης D3 την ημέρα, ή 2000 IU βιταμίνης D3 παράλληλα με μέτρια έκθεση στον ήλιο. Το ανώτατο ανεκτό επίπεδο πρόσληψης για τους ενήλικες, όπως έχει οριστεί από την Επιτροπή Τροφίμων και Διατροφής του Ινστιτούτο ιατρικής στις ΗΠΑ, είναι 4.000 IU/ημέρα.

Καρκίνος του Προστάτη

Επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν συσχετίσεις ανάμεσα σε παράγοντες κινδύνου για καρκίνο του προστάτη και συνθήκες που μπορεί να οδηγήσουν σε μειωμένα επίπεδα βιταμίνης D. Η αυξημένη ηλικία σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του προστάτη, καθώς και μειωμένη έκθεση στον ήλιο και μειωμένη ικανότητα σύνθεσης βιταμίνης D. Η εμφάνιση καρκίνου του προστάτη είναι υψηλότερη σε Αφρο-αμερικανούς άντρες από ότι σε λευκούς Αμερικανούς άντρες, και η υψηλή περιεκτικότητα του σκούρου δέρματος σε μελανίνη είναι γνωστό ότι μειώνει την αποτελεσματικότητα της σύνθεσης βιταμίνης D. Γεωγραφικά, η θνησιμότητα από καρκίνο του προστάτη σχετίζεται αντιστρόφως ανάλογα με τη διαθεσιμότητα του ηλιακού φωτός. Ευρήματα ότι τα κύτταρα του προστάτη σε καλλιέργειες μπορούν να συνθέσουν το ένζυμο 25-υδρόξυβιταμίνη D3-1-υδροξυλάση και ότι, αντίθετα με το ένζυμο στα νεφρά, η σύνθεσή του δεν επηρεάζεται από τα επίπεδα PTH ή ασβεστίου παρέχουν υποστήριξη της ιδέας ότι η αύξηση των επιπέδων 25-υδρόξυβιταμίνης D μπορεί να είναι χρήσιμη στην πρόληψη καρκίνου του προστάτη. Αντίθετα, προοπτικές μελέτες δεν έχουν βρει σημαντικές σχέσεις ανάμεσα στα επίπεδα 25-υδρόξυβιταμίνης D και  στον επακόλουθο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου προστάτη. Ενώ μία προοπτική μελέτη Φιλανδικών αντρών βρήκε ότι χαμηλά επίπεδα 25-υδρόξυβιταμίνης D συσχετίζονταν με πρόωρη και πιο επιθετική ανάπτυξη καρκίνου προστάτη, μία άλλη προοπτική μελέτη αντρών στη Φιλανδία, τη Νορβηγία και τη Σουηδία βρήκε μία σχήματος U σχέση ανάμεσα στα επίπεδα 25-υδρόξυβιταμίνης D και του κινδύνου καρκίνου προστάτη. Σε αυτήν την μελέτη συγκεντρώσεις 25-υδρόξυβοταμίνης D των  19 nmol/L ή λιγότερο και 80 nmol/L ή υψηλότερα συσχετίστηκαν με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του προστάτη. Περαιτέρω έρευνα απαιτείται για να καθοριστεί η φύση της σχέσης ανάμεσα στη διατροφική κατάσταση της βιταμίνης D και τον κίνδυνο καρκίνου προστάτη.

Αυτοάνοσα Νοσήματα

Ο ινσουλινο-εξαρτώμενος διαβήτης (διαβήτης τύπου Ι), η σκλήρυνση κατά πλάκας και η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι παραδείγματα αυτοάνοσων νοσημάτων. Τα  αυτοάνοσα νοσήματα προκύπτουν όταν το σώμα τοποθετεί μια ανοσοαπόκριση έναντι στους ίδιους τους ιστούς του, αντί για κάποιο ξένο παθογόνο. Στον διαβήτη τύπου Ι, τα βήτα-κύτταρα του παγκρέατος που παράγουν ινσουλίνη είναι ο στόχος της η φυσιολογικής ανοσοαπόκρισης. Στη σκλήρυνση κατά πλάκας, οι στόχοι είναι τα κύτταρα του νευρικού συστήματος που παράγουν μυελίνη, και στη ρευματοειδής αρθρίτιδα, οι στόχοι είναι τα κύτταρα των αρθρώσεων που παράγουν κολλαγόνο. Οι αυτοάνοσες αποκρίσεις διαμεσολαβούνται από κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος που ονομάζονται Τ κύτταρα. Η βιολογικά ενεργή μορφή της βιταμίνης D, η 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D, έχει βρεθεί ότι ρυθμίζει τις αποκρίσεις των Τα κυττάρων, έτσι ώστε οι αυτοάνοσες αποκρίσεις να μειώνονται. Επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι ο επιπολασμός του ινσουλινοεξαρτώμενου διαβήτη, της σκλήρυνσης κατά πλάκας και της ρευματοειδούς αρθρίτιδας αυξάνεται καθώς αυξάνεται το γεωγραφικό πλάτος, υποδεικνύοντας ότι χαμηλότερη έκθεση σε ακτινοβολία UVB και σχετιζόμενες μειώσεις στη σύνθεση ενδογενούς βιταμίνης D ενδεχομένως να παίζουν ρόλο στην παθολογία αυτών των νοσημάτων. Τα αποτελέσματα ορισμένων προοπτικών μελετών κοορτής επίσης προτείνουν ότι επαρκής πρόσληψη βιταμίνης D μπορεί ενδεχομένως να μειώσει των κίνδυνο εμφάνισης αυτοάνοσων νοσημάτων. Μία προοπτική μελέτη κοορτής σε παιδιά γεννημένα στη Φιλανδία κατά το έτος 1966, που παρακολουθήθηκαν για 30 χρόνια, βρήκε ότι αυτοί που έλαβαν συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D για το πρώτο χρόνο της ζωής τους είχαν σημαντικά μειωμένο κίνδυνο να αναπτύξουν ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη, ενώ παιδιά που υπήρχε η υποψία να παρουσιάσουν ραχίτιδα 9σοβαρή ανεπάρκεια βιταμίνης D) κατά το πρώτο έτος της ζωής τους είχαν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη. Η ανεπάρκεια βιταμίνης D έχει επίσης συσχετισθεί με τη σκλήρυνση κατά πλάκας.  Μία πρόσφατη μελέτη ασθενών-μαρτύρων σε στρατιωτικό προσωπικό των ΗΠΑ, η οποία συμπεριλάμβανε 257 περιπτώσεις σκλήρυνσης κατά πλάκας, βρήκε ότι τα λευκά άτομα στο υψηλότερο πεμπτημόριο της 25-υδρόξυβιταμίνης D (>99.1 nmol/L) είχαν 62% λιγότερο κίνδυνο να αναπτύξουν σκλήρυνση κατά πλάκας. Μία σχέση ανάμεσα σε αυτόν τον δείκτη της κατάστασης της βιταμίνης D και στη σκλήρυνση κατά πλάκας δεν παρατηρήθηκε σε μαύρους ή Ισπανούς, αλλά η δύναμη να ανιχνευτούν τέτοιες συσχετίσεις ήταν περιορισμένη λόγω του μικρού δείγματος και των χαμηλών γενικότερων συγκεντρώσεων   25-υδρόξυβιταμίνης D. Σε δύο μεγάλες μελέτες κοορτής σε γυναίκες των ΗΠΑ που ήταν υπό παρακολούθηση για τουλάχιστον 10 χρόνια, η συμπληρωματι΄κη χορήγηση βιταμίνης D συσχετίστηκε με σημαντική μείωση του κινδύνου εμφάνισης σκλήρυνσης κατά πλάκας. Παρομοίως, μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με τις υψηλότερες προσλήψεις βιταμίνης D ήταν σε σημαντικά χαμηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης ρευματοειδούς αρθρίτιδας μετά από 11 χρόνια παρακολούθησης σε σχέση με εκείνους με τη χαμηλότερη πρόσληψη. Επομένως, στοιχεία τόσο από τις μελέτες ζωικού μοντέλου όσο και από τις  ανθρώπινες επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν ότι η διατήρηση ικανοποιητικών επιπέδων της βιταμίνης D θα μπορούσε ενδεχομένως να βοηθήσει στη μείωση του κινδύνου πολλών αυτοάνοσων νοσημάτων.

Υπέρταση (Υψηλή Αρτηριακή Πίεση)

Τα αποτελέσματα επιδημιολογικών και κλινικών ερευνών προτείνουν μία αντιστρόφως ανάλογη σχέση μεταξύ των επιπέδων 1,25-διυδρόξυβιταμίνης D και της αρτηριακής πίεσης, που μπορεί να εξηγηθεί από τα πρόσφατα ευρήματα ότι η 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D μειώνει την έκφραση του γονιδίου που κωδικοποιεί τη ρενίνη. Τα δεδομένα των επιδημιολογικών μελετών δείχνουν ότι καταστάσεις που μειώνουν τη σύνθεση της βιταμίνης D στο δέρμα, όπως το να έχει κάποιος σκούρο δέρμα ή να ζει σε εύκρατα γεωγραφικά πλάτη, σχετίζονται με αυξημένη επικράτηση της υπέρτασης. Μία ελεγχόμενη κλινική δοκιμή σε 18 υπερτασικούς άντρες και γυναίκες που ζούσαν στην Ολλανδία βρήκε ότι η έκθεση στην UVB ακτινοβολία τρεις φορές τη βδομάδα για έξι βδομάδες κατά τη διάρκεια του χειμώνα αύξησε τα επίπεδα της 1,25-διυδρόξυβιταμίνης D και μείωσε σημαντικά τις 24-ωρες περιπατητικές μετρήσεις στη συστολική και διαστολική πίεση κατά μέσο όρο 6 mm Hg (χιλιοστά υδραργύρου). Σε τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές συμπληρωματικής χορήγησης βιταμίνης D, ένας συνδυασμός 1.600 IU/ημέρα βιταμίνης D και 800 mg/ημέρα ασβεστίου για οχτώ εβδομάδες μείωσε σημαντικά τη συστολική πίεση σε ηλικιωμένες γυναίκες κατά 9% συγκριτικά με το ασβέστιο από μόνο του, αλλά η συμπληρωματική χορήγηση 400 IU βιταμίνη D ημερησίως ή μία δόση 100.000 IU βιταμίνης D σε διάστημα 2 μηνών δεν μείωσε σημαντικά την αρτηριακή πίεση σε ηλικιωμένους άντρες και γυναίκες. Προς το παρόν, στοιχεία από ελεγχόμενες κλινικές μελέτες είναι πολύ περιορισμένα για να καθοριστεί εάν η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D έχει αποτέλεσμα στη μείωση της αρτηριακής πίεσης ή στην πρόληψη της υπέρτασης.

Πηγές

Ηλιακή Ακτινοβολία

Η υπεριώδης-Β ηλιακή ακτινοβολία διεγείρει την παραγωγή βιταμίνης D3 στην επιδερμίδα. Η έκθεση στον ήλιο καλύπτει στους περισσότερους ανθρώπους όλες τις απαιτήσεις τους σε βιταμίνη D. Τα παιδιά και οι νέοι άνθρωποι που περνούν τον χρόνο τους σε εξωτερικούς χώρους δυο – τρεις φορές την βδομάδα γενικά συνθέτους όση βιταμίνη D χρειάζονται για να αποφύγουν την ανεπάρκεια. Μία μελέτη κατέγραψε ότι η συγκέντρωση βιταμίνης D του πλάσματος μετά από έκθεση σε 1 ελάχιστη ερυθηματογόνος δόση προσομοιωμένου ηλιακού φωτός (η ποσότητα που απαιτείται για να προκαλέσει μια ελαφρά ερυθρότητα του δέρματος) ήταν ισοδύναμη με αυτήν μετά από κατανάλωση 20.000 IU βιταμίνης D2. Οι άνθρωποι με σκούρο χρώμα δέρματος συνθέτους πολύ λιγότερη βιταμίνη D όταν εκτίθενται στον ήλιο από ότι αυτοί με ανοιχτό χρώμα δέρματος. Επιπλέον, τα άτομα τρίτης ηλικίας έχουν μειωμένη ικανότητα σύνθεσης βιταμίνης D από την έκθεση στον ήλιο και συχνά χρησιμοποιούν αντηλιακό ή προστατευτικά ρούχα για να αποφύγουν τον καρκίνο του δέρματος και τις βλάβες από τον ήλιο. Η εφαρμογή αντηλιακού με δείκτη προστασίας 8 μειώνει την παραγωγή βιταμίνης D κατά 95%.

Σε γεωγραφικά πλάτη περίπου 40 μοίρες βόρεια ή 40 μοίρες νότια, υπάρχει μη επαρκής UVB ακτινοβολία για τη σύνθεση βιταμίνης D από τον Νοέμβριο μέχρι και τις πρώτες μέρες του Μαρτίου. Δέκα ακόμα μοίρες βόρεια ή νότια ο «χειμώνας της βιταμίνης D» επεκτείνεται από τα μέσα Οκτωβρίου έως τα μέσα Μαρτίου. Ακόμα και 5-10 λεπτά έκθεσης των ποδιών και των χεριών ή του προσώπου και των χεριών στον ήλιο τρεις φορές την εβδομάδα μεταξύ 11:00 πμ και 2:00 μμ κατά την άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο σε γεωγραφικά πλάτη 42 μοιρών, μπορεί να παρέχει σε ένα άτομο με ανοιχτό χρώμα δέρματος επαρκείς ποσότητες βιταμίνης D και να επιτρέψει την αποθήκευση της περίσσειας ποσότητας για χρήση κατά το χειμώνα με τον ελάχιστο κίνδυνο βλάβης του δέρματος.

Διατροφικές Πηγές

Η βιταμίνη D βρίσκεται σε πολύ λίγα τρόφιμα. Τρόφιμα που περιέχουν βιταμίνη D είναι κάποια λιπαρά ψάρια (μπακαλιάρος, σολομός, σαρδέλες), ιχθυέλαια και αβγά από κότες που έχουν τραφεί με βιταμίνη D. Συνήθως τα γάλατα εμπλουτίζονται με βιταμίνη D. Ωστόσο, στα άλλα γαλακτοκομικά, όπως το τυρί και το γιαούρτι, δεν είναι τόσο σύνηθες. Μερικά δημητριακά και ψωμιά επίσης εμπλουτίζονται με βιταμίνη D.

Τρόφιμα

Μερίδα

Βιταμίνη D (IU)

Βιταμίνη D (μg)

Ροζ σολομός, κονσέρβα

90 γραμμάρια

530

13.3

Σαρδέλες, κονσέρβα

90 γραμμάρια

231

5.8

Μπακαλιάρος, κονσέρβα

90 γραμμάρια

213

5.3

Αγελαδινό γάλα, εμπλουτισμένο με βιταμίνη D

240 γραμμάρια

98

2.5

Γάλα σόγιας, εμπλουτισμένο με βιταμίνη D

240 γραμμάρια

100

2.5

Δημητριακά, εμπλουτισμένα

1 μερίδα (1 φλιτζάνι)

40-50

1.0-1.3

Κρόκος αβγού

1 μεγάλο

21

0.53

 

Συμπληρώματα

Τα περισσότερα συμπληρώματα βιταμίνης D είναι διαθέσιμα χωρίς ιατρική συνταγή και περιέχουν χολοκαλσιφερόλη (βιταμίνη D3). Τα πολυβιταμινούχα συνήθως παρέχουν 400 IU (10 μg) βιταμίνης D. Τα αποκλειστικά συμπληρώματα βιταμίνης D μπορούν να παρέχουν 400-2.000 IU βιταμίνης D, αλλά τα 400 IU είναι η συνηθισμένη δόση που υπάρχει. Μία πληθώρα συμπληρωμάτων ασβεστίου περιέχουν επίσης βιταμίνη D.

Ασφάλεια

Τοξικότητα

Η τοξικότητα από βιταμίνη D (υπερβιταμίνωση D) προκαλεί πολύ υψηλές, μη φυσιολογικές τιμές ασβεστίου στο αίμα, που μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια οστών, πέτρες στα νεφρά και ασβεστοποίηση οργάνων όπως η καρδιά και τα νεφρά εάν παραμείνει χωρίς θεραπεία για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η υπερασβεστιαιμία έχει παρατηρηθεί μετά από δόσεις βιταμίνης D άνω των 50.000 IU την ημέρα. Οι έρευνες δείχνουν ότι η τοξικότητα από βιταμίνη D είναι απίθανο να συμβεί σε υγιείς ανθρώπους με προσλήψεις κάτω από 10.000 IU/ημέρα. Ωστόσο, η Επιτροπή Τροφίμων και Διατροφής του Ινστιτούτου Ιατρικής έθεσε προληπτικά ένα ανώτατο επίπεδο πρόσληψης των 4.000 IU/ημέρα (100 μg/ημέρα) για όλους τους ενήλικες (βλ. παρακάτω πίνακα). Η τοξικότητα από βιταμίνη D δεν έχει παρατηρηθεί να προκύπτει από παρατεταμένη έκθεση στον ήλιο. Μερικές παθήσεις μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο υπερασβεστιαιμίας ως αποτέλεσμα της βιταμίνης D, συμπεριλαμβανομένου του πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού, της  σαρκοείδωσης, της φυματίωση και του λεμφώματος. Άτομα με αυτές τις παθήσεις ενδεχομένως να παρουσιάσουν υπερασβεστιαιμία ως αποτέλεσμα σε οποιαδήποτε αύξηση της βιταμίνης D και γι’ αυτό θα πρέπει να συμβουλευτούν ειδικό γιατρό για την πρόσληψη της βιταμίνης D.

Ανεκτά Ανώτατα Επίπεδα Πρόσληψης (UL) Βιταμίνης D
Όπως ορίστηκαν από το Ινστιτούτο Ιατρικής

Ηλικιακή Ομάδα

μg/ημέρα (IU/ ημέρα)

Βρέφη 0-6 μηνών 

25 μg (1,000 IU)

Βρέφη 6-12 μηνών 

37.5 μg (1,500 IU)

Παιδιά 1-3 ετών 

62.5 μg (2,500 IU)

Παιδιά 4-8 ετών 

75 μg (3,000 IU)

Παιδιά 9-13 ετών 

100 μg (4,000 IU)

Έφηβοι 14-18 ετών 

100 μg (4,000 IU)

Ενήλικες 19 ετών και άνω 

100 μg (4,000 IU)


Αλληλεπιδράσεις Φαρμάκων

Τα ακόλουθα φάρμακα αυξάνουν τον μεταβολισμό της βιταμίνης D και ενδεχομένως να μειώνουν τα επίπεδα 25-υδρόξυβιταμίνης D: φαινυτοΐνη, φωσφαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, καρβαμαζεπίνη και ριφαμπικίνη (ή ριφαμπίνη). Τα ακόλουθα φάρμακα δεν θα πρέπει να λαμβάνονται την ίδια στιγμή με τη βιταμίνη D καθώς μειώνουν την εντερική απορρόφηση της βιταμίνης D: χολεστυραμίνη, κολεστιπολη, ορλιστάτη, το αντικατάστατο λίπους Olestra και ορυκτέλαιο. Το αντιμυκητιακό φάρμακο που λαμβάνεται από το στόμα, η κετοκοναζόλη, αναστέλλει το ένζυμο 25-υδρόξυβιταμίνη D3-1-υδροξυλάση και έχει βρεθεί ότι μειώνει τα επίπεδα 1,25-διυδρόξυβιταμίνης D σε υγιείς άντρες. Η πρόκληση υπερασβεστιαιμίας από τοξικά επίπεδα βιταμίνης D μπορεί να οδηγήσει σε καρδιακή αρρυθμία σε ασθενείς που λαμβάνουν διγοξίνη.